Ο γάμος προστατεύει από όλες τις μορφές καρκίνου - Τι δείχνει νέα μελέτη
Νέα έρευνα δείχνει ότι όσοι δεν έχουν παντρευτεί ποτέ παρουσιάζουν έως και 80% υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου.
Μια μεγάλη επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η οικογενειακή κατάσταση – και συγκεκριμένα το αν κάποιος έχει παντρευτεί ποτέ – συνδέεται όχι μόνο με το πώς εξελίσσεται ένας καρκίνος, αλλά και με το πόσο πιθανό είναι να εμφανιστεί εξαρχής. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι ενήλικες που δεν έχουν παντρευτεί ποτέ εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά καρκίνου σε σχέση με όσους έχουν παντρευτεί, σε σχεδόν όλους τους τύπους της νόσου και σε όλες τις μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες.
Πώς πραγματοποιήθηκε η έρευνα
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από 12 αμερικανικές πολιτείες και κάλυψε πάνω από 4,2 εκατομμύρια περιστατικά καρκίνου σε άτομα ηλικίας 30 ετών και άνω, την περίοδο 2015–2022. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο μεγάλες ομάδες: όσους δεν έχουν παντρευτεί ποτέ και όσους έχουν παντρευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους, συμπεριλαμβανομένων διαζευγμένων και χηρευμένων. Χρησιμοποίησαν μεγάλα εθνικά μητρώα καρκίνου και πληθυσμιακά δεδομένα για να υπολογίσουν τα ποσοστά εμφάνισης της νόσου και να δουν αν υπάρχουν συστηματικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες.
Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Οι άνδρες που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ είχαν περίπου 68% υψηλότερο συνολικό κίνδυνο καρκίνου σε σχέση με τους παντρεμένους, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό ήταν ακόμη μεγαλύτερο, φτάνοντας περίπου το 83%. Οι διαφορές αυτές δεν περιορίστηκαν σε συγκεκριμένες ηλικίες ή εθνικές ομάδες, αλλά εμφανίστηκαν σχεδόν παντού, με μικρές μόνο διαφοροποιήσεις.
Οι τύποι καρκίνου ανάλογα με το φύλο
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι οι διαφορές ήταν πολύ έντονες σε συγκεκριμένους τύπους καρκίνου. Για παράδειγμα, στους άνδρες που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ ο καρκίνος του πρωκτού ήταν πάνω από πέντε φορές πιο συχνός. Στις γυναίκες, ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας ήταν επίσης σημαντικά συχνότερος. Αυτοί οι καρκίνοι συνδέονται στενά με λοιμώξεις, όπως με τον ιό HPV, και με τη σεξουαλική συμπεριφορά, γεγονός που βοηθά να εξηγηθεί η μεγάλη διαφορά.
Αντίστοιχα, καρκίνοι που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής, όπως του πνεύμονα και του οισοφάγου, ήταν επίσης συχνότεροι σε όσους δεν είχαν παντρευτεί ποτέ. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό πιθανότατα συνδέεται με μεγαλύτερα ποσοστά καπνίσματος και κατανάλωσης αλκοόλ σε αυτή την ομάδα, αλλά και με περιορισμένη πρόσβαση ή διενέργεια προληπτικών εξετάσεων. Σε άλλες μορφές καρκίνου, όπως του μαστού ή του προστάτη, οι διαφορές ήταν μικρότερες.
Η ανάλυση έδειξε επίσης ότι η ηλικία παίζει ρόλο. Οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων ήταν πιο έντονες σε μεγαλύτερες ηλικίες, κάτι που υποδηλώνει ότι οι επιδράσεις της οικογενειακής κατάστασης συσσωρεύονται με τον χρόνο. Αντίθετα, στις νεότερες ηλικίες οι διαφορές ήταν μικρότερες, κάτι που μπορεί να οφείλεται και σε επιλογή: δηλαδή στο ότι οι πιο υγιείς ή κοινωνικά σταθεροί άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να παντρευτούν.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν προηγμένα στατιστικά μοντέλα για να εξασφαλίσουν ότι τα αποτελέσματα δεν επηρεάζονται από τυχαίες διακυμάνσεις ή ελλιπή στοιχεία. Έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως ηλικία, φύλο και φυλετική καταγωγή, ενώ προχώρησαν και σε αναλύσεις ανά καρκίνο, ανά ομάδα πληθυσμού και ανά στάδιο διάγνωσης. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, το βασικό εύρημα παρέμεινε σταθερό: όσοι δεν έχουν παντρευτεί ποτέ εμφανίζουν υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου.
Ο γάμος ως «καθρέφτης»
Η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι ο γάμος «προστατεύει άμεσα» από τον καρκίνο, αλλά ότι λειτουργεί ως δείκτης ενός ευρύτερου κοινωνικού και συμπεριφορικού πλαισίου. Οι παντρεμένοι, για παράδειγμα, είναι πιο πιθανό να έχουν σταθερότερες συνήθειες υγείας, καλύτερη πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα και μεγαλύτερη υποστήριξη από το περιβάλλον τους. Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν έμμεσα τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Επιπλέον, η οικογενειακή κατάσταση συνδέεται και με βαθύτερες κοινωνικές ανισότητες. Σε ορισμένες ομάδες πληθυσμού, π.χ. στους μαύρους άνδρες στις ΗΠΑ, οι διαφορές ήταν πιο έντονες, κάτι που πιθανώς αντανακλά ευρύτερες ανισότητες στην οικονομία, την υγεία και την πρόσβαση σε θεσμούς. Σε άλλες ομάδες, π.χ. στις γυναίκες, οι διαφορές ήταν πιο σταθερές και παρόμοιες μεταξύ διαφορετικών φυλών.
Παρά τους όποιους περιορισμούς, η μελέτη είναι από τις πιο εκτεταμένες που έχουν γίνει ποτέ στο συγκεκριμένο θέμα και προσφέρει μια σύγχρονη εικόνα για το πώς η κοινωνική ζωή συνδέεται με την υγεία. Οι ερευνητές προτείνουν ότι η οικογενειακή κατάσταση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στο μέλλον ως ένας επιπλέον δείκτης για την εκτίμηση κινδύνου και την πρόληψη του καρκίνου.
Συνολικά, τα ευρήματα αναδεικνύουν κάτι που συχνά παραβλέπεται στην ιατρική έρευνα: ότι η υγεία δεν εξαρτάται μόνο από βιολογικούς παράγοντες, αλλά και από τον τρόπο που ζούμε, τις σχέσεις μας και το κοινωνικό μας περιβάλλον.